γεοῦχος

γεοῦχος, ,
A landowner, Agatharch.95, PAmh.88.30 (ii A. D.), POxy.910.16, etc. (

γαιοῦχος Paul.Al.N.2

): hence [full] γεουχέω PFay.23.6, BGU18.19 (ii A. D.), etc.; [full] γεουχικός, ή, όν, POxy.1638.15 (iii A. D.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γεούχος — γεοῡχος, ο (AM) κάτοχος γης, κτηματίας …   Dictionary of Greek

  • γεοῦχος — landowner masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεοῦχε — γεοῦχος landowner masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεοῦχοι — γεοῦχος landowner masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεοῦχον — γεοῦχος landowner masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεούχους — γεοῦχος landowner masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεούχῳ — γεοῦχος landowner masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -ούχος — (ΑΜ οῡχος) μορφή στην οποία απαντά το ρ. έχω ως β συνθετικό < οοχος με συναίρεση από ονόματα με θεμ. φωνήεν ο (πρβλ. τροπαι ούχος < τρόπαιον, κληρ ούχος < κλήρος, γαλακτ ούχος < γάλα, ακτος). Τα σύνθ. σε ούχος σημαίνουν τον κάτοχο… …   Dictionary of Greek

  • γη — Γ. ονομάζεται γενικά το έδαφος πάνω στο οποίο κατοικούμε (ετυμολογείται από το αρχαίο γαία). Με ευρύτερη έννοια, ορίζεται επίσης η οικουμένη, ο επίγειος κόσμος, η επιφάνεια του εδάφους. Γ., όμως, ονομάζεται κυρίως ο τρίτος πλανήτης του ηλιακού… …   Dictionary of Greek

  • συγγεούχος — ὁ, Α συνιδιοκτήτης κτημάτων. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + γεοῦχος «κτηματίας» (< γέα / γῆ + οῦχος*)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.